Η παραβατικότητα των εφήβων στα σχολεία

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

StumpleUpon DiggIt! Del.icio.us Blinklist Yahoo Furl Technorati Simpy Spurl Reddit Google Twitter FaceBook

Ο όρος «παραβατικότητα» με τις ποικίλες συνιστώσες του και βαθμούς εκδήλωσης εκφράζει την απόκλιση και εκτροπή συμπεριφοράς παιδιών και ανηλίκων εφήβων, η οποία εμφανίσθηκε και διογκώθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η αποκλίνουσα αυτή συμπεριφορά δεν λαμβάνει πάντοτε την μορφή αξιόποινης εγκληματικής πράξης, ενώ σε μεγάλη έκταση δεν αποκαλύπτεται και δεν  καταγγέλλεται  από τα θύματά της, από τις οικογένειες των δραστών και το κοινωνικό περιβάλλον (διδακτικό προσωπικό, τοπική κοινωνία).
Από χρόνο σε χρόνο ωστόσο, κατά γεωγραφικές περιοχές, τοπικές κοινωνίες και ομάδες, όπως επίσης και κατηγορίες αυτής της έκτροπης συμπεριφοράς, επαυξάνεται ο εγκληματικός χαρακτήρας της, είτε αυτή αποκαλύπτεται από τα ίδια τα  θύματα είτε προκύπτει από αυτεπάγγελτη δίωξη των αρμοδίων οργάνων. Τούτο βέβαια, και στις δύο περιπτώσεις, συμβαίνει σπανιότατα, γιατί ο χώρος διάπραξης των αξιόποινων πράξεων των ανηλίκων (οικογένεια, σχολείο, τοπική κοινωνία) αποκρύπτει και συγκαλύπτει αυτή την παράνομη συμπεριφορά λόγω ένοχης συνυπευθυνότητας (οικογένεια), προβαλλόμενης αναρμοδιότητας (σχολική κοινότητα), ανεύθυνης στάσης της τοπικής κοινωνίας και καιροσκοπικής πολιτικής των λοιπών φορέων κοινωνικοποίησης των ανηλίκων.

Στο χώρο του σχολείου συναντάμε βία και επιθετικές συμπεριφορές. Το φαινόμενο πρέπει να
προσεγγίζεται διεπιστημονικά. Όμως, το θέμα η βία στο σχολείο και η βία του σχολείου δημιουργεί πολλά ερωτηματικά ως προς την κατανόηση του φαινομένου και στη σχέση του με το σύγχρονο σχολείο. Για τη βία, οι προσεγγίσεις ανάγονται σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο. Μπορεί να γίνει λόγος για ένα ενδομυχικό πεδίο , όπου η βία θεωρείται εντελώς διαφορετική από την επιθετικότητα. Ή μπορεί να γίνει αναφορά στη βία που συνάδει με το μη προβλέψιμο, το χάος και την πλήρη αποδιοργάνωση, καθώς και με τους φόβους για το άγνωστο που μπορεί ανά πάσα στιγμή να συμβεί. Όμως, αυτή ακριβώς η βία, ως διάχυτο αίσθημα, δεν είναι δυνατόν να οριστεί.
Στο ερώτημα, ποιοι είναι «υπεύθυνοι για τη βία»; απαντούμε: Η οικογένεια, το σχολείο, η εκπαίδευση, τα ΜΜΕ, η κοινωνία, αλληλοεπιδρώμενοι. Σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχει βία δίχως αλληλεπίδραση. Πολλές φορές μαθητές (κυρίως έφηβοι), οι οποίοι ζουν σε περιβάλλοντα όπου εισακούονται μόνο με τη βία, επιδεικνύουν και εκφράζουν και στο σχολικό περιβάλλον τη δύναμή τους με τη βία. Οι εκπαιδευτικοί, πρέπει να μπορέσουμε να διοχετεύσουμε τη βία τους προσφέροντας διεξόδους, γιατί είναι αυταπάτη να πιστέψουμε πως μπορούμε να ζήσουμε σε μια κοινωνία χωρίς βία.
Μελέτες ηθολόγων έδειξαν καθαρά, ότι τα παιδιά στερημένα από μητρική τρυφερότητα είχαν συχνά επιθετικές αντιδράσεις απέναντι στους συνομηλίκους τους. Τα παιδιά που τα έχουν δείρει γίνονται έφηβοι που δέρνουν. Επίσης, γίνονται γονείς που κακοποιούν. Άρα, υπάρχει, μια μεταβίβαση των προτύπων της βίας που έμαθαν, που την ένιωσαν και την οποία μεταφέρουν. Προσοχή, ώστε το σχολικό περιβάλλον να μην αποτελεί χώρο μεταβίβασης μιας παθητικής και ήπιας βίας, η οποία είναι επικίνδυνη. Διεύθυνση ενός σχολείου, είναι η άσκηση της διαχείρισης των ομάδων και των προβλημάτων, της υποδοχής των μαθητών, των διδασκόντων, των γονιών, δηλαδή της πλαισίωσης και του ελέγχου, του σημείου αναφοράς, των ανθρωπίνων σχέσεων και επαφών. Ο Διευθυντής είναι υπεύθυνος κατά το ένα τρίτο ή το ήμισυ, για το συλλογικό κλίμα, την ποιότητα των σχέσεων. Η σχολική φοίτηση είναι μία«κοινωνική συνολική κατάσταση».
Η σχολική ζωή των παιδιών έχει τη θέση της σε κάθε σχολικό επίπεδο από πολύ νωρίς μέχρι  και τους πανεπιστημιακούς κύκλους σπουδών. Το σχολείο είναι εκείνο που προσπαθεί να καλύψει τις κοινωνικές ελλείψεις, καθώς και τις σχολικές ελλείψεις. Το σχολείο μπορεί να ευνοήσει μια παιδαγωγική σχέση και μεθόδους, οι οποίες βοηθούν όλους τους μαθητές – καλούς, μέτριους, με μαθησιακές δυσκολίες-. Αυτό που θεμελιώνει καθοριστικά τη δυνατότητα μάθησης και κατά συνέπεια τις καλύτερες διδακτικές μεθόδους είναι η «εκπαιδευτική σχέση». Εδώ, είναι απαραίτητος ο έλεγχος της βίας, γιατί στο σχολείο, μέσα από αυτήν τη σχέση, ασκείται βία από τον διδάσκοντα στους μαθητές και από τους μαθητές στους διδάσκοντες. Η σχέση είναι δύσκολη. Γίνεται προσπάθεια να μην φτάσουμε στην αδιαφορία ή στην πρόκληση μίσους.
Παιδιά βίαια και επιθετικά διαπιστώνεται ότι έχουν γίνει «παιχνίδι» στις συγκρούσεις μεταξύ των γονιών τους, υπήρξαν παιδιά – παιχνίδια που χρησιμοποιήθηκαν από τον ένα γονιό εναντίον του άλλου. Αυτά τα παιδιά έμαθαν από νωρίς τη βία μέσα στο οικογενειακό τους περιβάλλον. Θα πρέπει να προσέχουμε, ώστε το σχολικό περιβάλλον, να μην αποτελεί και αυτό ένα χώρο μεταβίβασης μιας παθητικής και ήπιας βίας. Επίσης, υπάρχουν παιδιά στερημένα από τρυφερότητα, λόγω ψυχρής μητρικής συμπεριφοράς, τα οποία παρουσιάζουν συχνά βίαιες αντιδράσεις απέναντι στους συνομηλίκους τους. Η «βία στο σχολείο» συσχετίζεται συχνά με βίαιες, επιθετικές ή και παραβατικές πράξεις εφήβων. Αποτελέσματα ερευνών περιέχουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πληροφορία, δηλαδή, της μεταβολής της φύσης της παραβατικότητας κατά τη διάρκεια της εφηβείας. Οι παραβάσεις στο χώρο του σχολείου, δεν μπορούν να έχουν νόημα παρά σε σχέση με την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των μαθητών, σε συνδυασμό με την εναρμόνιση της εκπαιδευτικής πολιτικής και πρακτικής με τις αναπτυξιακές απαιτήσεις των νέων.
Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε ότι στο χώρο του σχολείου και της σχολικής τάξης μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την παραβατικότητα των εφήβων μαθητών ως εξής: 1. θα λέγαμε ότι το σχολείο οφείλει «να είναι προσιτό στους μαθητές, χωρίς να είναι στο ίδιο επίπεδο με αυτούς… να κρατά την κατάλληλη παιδαγωγική απόσταση που θα δώσει έναυσμα στους μαθητές να προοδεύσουν, χωρίς να τους προτείνει έναν απρόσιτο στόχο. 2. Ο εκπαιδευτικός, με τα απαραίτητα εκπαιδευτικά εργαλεία, να αναπτύσσει έναν αποδοτικό διάλογο με τους μαθητές του. 3. Το σχολείο, να ενισχύει τους μαθητές, ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της επιτυχίας. Το σχολείο οφείλει να θυμάται διαρκώς, ότι απευθύνεται σε άτομα «εν τω γίγνεσθαι» και πως τουλάχιστον για το λόγο αυτό, θα πρέπει να συντροφεύει όλες τις ελπίδες που εναποτίθενται σε αυτά». 4. Η πρόληψη της βίας στο σχολείο επιτυγχάνεται, όταν οι μαθητές αισθάνονται, ότι η παρουσία τους στο σχολικό χώρο έχει νόημα. 5. Το σχολείο οφείλει να εξασφαλίζει στους μαθητές «μια κατάρτιση που θα τους επιτρέπει να διευθετούν τα κοινωνικά, οικολογικά, πολιτισμικά και πολιτικά προβλήματα που είναι και θα είναι δικά τους» να έχουν δηλαδή, «οικο-κοινωνική δεξιότητα».
Η κοινωνία μας ενδιαφέρεται για την πρόληψη ή για την καταστολή της βίας. Είναι ουτοπία όμως, να θέλουμε να καταπολεμήσουμε τη βία, χωρίς να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τις δομές της κοινωνίας μας. Σε πολλές περιπτώσεις η βία λειτουργεί σαν αντίσωμα στον οργανισμό της κοινωνίας. Για να μην υπάρχει λοιπόν η βία, θα πρέπει να μη μαθευτεί ποτέ η βία.

Σαμοθρακίτη Ασημίνα
Καθηγήτρια Κοινωνικής Θεολογίας

πηγή